Η ξ(υ)λούδ(ι)σα φορτωμένη κ(ου)τσούρες

Έβγαλε τα τρύπια γουρουνοτσάρουχα
και τα 'βαλε στην αναδιπλωμένη ποδιά.
Ξετίναξε τα ρούχα, ίσιαξε τα μαλλιά,
και φόρεσε παλιά παπούτσια από προβιά.

Μπήκε μέσα στο Αγρίνιο το Βραχώρι.
Τα πρώτα σπίτια, χωρίς απέξω σουφά.
Στην αυλή, κτίζονται οι διάφοροι χώροι.
Το φράχτη, ελέγχουν της αυλής τα ζωντανά.

Παίρνει τη στράτα την κεντρική τη φραδιά,
που έχει δεξιά και αριστερά μαγαζιά.
Φορτωμένη ξύλα, κ(ου)τσούρες με τριχιά,
που τις προτείνει γι' αγορά, στ' αφεντικά.

Το αφεντικό, τις βλέπει προσεκτικά
κι η «μάνα» που νοιώθει την ώρα να περνά,
περιμένει φορτωμένη απ' το πρωί,
το βαρύ φορτίο της να εκτιμηθεί.

- Να 'σαι καλά πάρτα σαν και τα χθεσινά
είν' πολλά και ξερά θά 'χεις καλή φωτιά.
Να φύγουν από πάνω μου, έχω δουλειά.
Είν' στ'ν αχυροκαλύβα, μόνα και τα παιδιά.